Η όψη του ήχου

Έχουν επινοηθεί πολλά ονόματα για να περιγράψουν τις ταινίες αυτού του προγράμματος, αλλά ελάχιστα από αυτά έχουν αποδοθεί στα ελληνικά: πολλοί κάνουν λόγο για «μη-αντικειμενικό» σινεμά ή για τον «απόλυτο κινηματογράφο», για «αφαιρετικό» ή «χειροπιαστό» ανιμέισον, για «οπτική μουσική». Αυτό που συνδέει όλα τα παραπάνω είναι η ριζική τομή που υπαινίσσονται αυτοί οι όροι, σύμφωνα με την οποία η βασική κινηματογραφική εμπειρία δεν στηρίζεται στο συναίσθημα ή στη πνευματική δραστηριότητα, αλλά στον ρυθμό. Το περιεχόμενο δεν οφείλει να έχει άμεσες αναφορές στον «έξω» κόσμο, αλλά να συντονίζεται με τον εσωτερικό μας κόσμο. Ξεκινά ένας σφετερισμός της ιεραρχίας των αισθήσεων κατά τη μετα-συγχρονικότητα του ήχου, που υπαγόρευε πως ο ήχος είναι υποδεέστερος της εικόνας: οι ταινίες αυτές υιοθετουν τεχνικές από τον χώρο της ζωγραφικής, της μουσικής ή του χορού και τις φέρνουν σε επαφή ή αντιπαράθεση, συγχωνεύοντας τον ήχο και το τοπίο σε ένα κράμα πιο δυνατό από τα επιμέρους συστατικά του.

Επίσης, το πρόγραμμα αποτελεί ένα χρονικό της εξέλιξης των διάφορων τεχνικών της «μη-αντικειμενικής» κινηματογράφησης, ξεκινώντας από το στοπ-μόσιον και τους φωτεινούς πίνακες σχεδιασμού (Μπιουτ και Φίσινγκερ). Στη συνέχεια, προχωρά στην πρώιμη τεχνολογία ηλεκτρονικών υπολογιστών, στη γλυπτική του φωτός και στο λέιζερ (Γουίτνι, Σβαρτς, Μπέλσον, Λούντστεν). Κατόπιν, παρουσιάζει τις απαρχές του σύγχρονου computer animation, στο εξαιρετικά προηγμένο μοντάζ και στην εντατική ενασχόληση με το ίδιο την ίδια τη φυσική κίνηση του φιλμ (Κούμπα, Ένγκελ, Σπινέλο). Τέλος, αναφέρεται στην περιέλιξη του ίδιου του φιλμ και στη λανθάνουσα ενέργειά του, που μπορεί να εκλύεται κατά τη δοκιμή διάφορων οπτικών εργαλείων ή κατά τη χρήση χημικών (Ρέκφελντ, Λεφράν). Μια ανακεφαλαίωση μιας πολύ διαφορετικής αντίληψης για τον κινηματογράφο, σύμφωνα με την οποία ο χορός του φωτός, του χρώματος και του ρυθμού αιχμαλωτίζουν όλο το φάσμα των αισθήσεων και επιδρούν άμεσα στον εγκέφαλο.